ἡγουμένων

ἡγουμένων
ἡγέομαι
go before
pres part mid fem gen pl (attic epic doric)
ἡγέομαι
go before
pres part mid masc/neut gen pl (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • вожьскыи — (2*) пр. к вожь: мнѡзи норовъ и житьѥ своѥ. норову вѡжьску подѡбѩтсѩ. МПр XIV, 29 об.; Мнози нравъ свои и житьѥ къ нравоу вожьскомоу възрващаю(т) [вм. възвращаю(т)] (τῶν ἡγουμένων) Пч к. XIV, 33 об …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • PALMANOTHES — Aegypti Rex, in regione Heliopolitana, tempore nascentis Mosis, Auctori Chronici Alex. ubi πολλῶν, ait. βασιλέων ἡγουμένων Παλμανοθὴς ἐβασίλευσε τῶ περὶ Η῾λιούπολιν τόπων. Filiam suam nuptum dedit Chenephrae cuidam, τῶ ὑπὲρ Μέμφιν τόπων… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αρχιμανδρίτης — Ο προϊστάμενος της πνευματικής μάνδρας, δηλαδή ο ηγούμενος ενός μοναστηριού. Ο τίτλος αυτός δόθηκε για πρώτη φοράστους ηγούμενους των μοναστηριών της Μεσοποταμίας, που τα ονόμαζαν συνήθως μάνδρες. Από τα μοναστήρια αυτά, ο τίτλος μεταδόθηκε και… …   Dictionary of Greek

  • κλύδωνας — ο (AM κλύδων, ωνος, Μ και κλύδωνας και κλυδών, ῶνος) 1. κύμα 2. φουρτούνα, μεγάλη θαλασσοταραχή (α. «μή άποσπᾱσθαι ἀπὸ τῶν πετρῶν, ὅταν κλύδων ᾖ καὶ χειμών», Αριστοτ. β. «βοᾷ δὴ πόντιος κλύδων ξυμπίτνων στένει βυθός», Αισχύλ.) 3. πολιτική ή… …   Dictionary of Greek

  • πρόκειμαι — ΝΜΑ [κεῑμαι] 1. κείμαι, έχω τεθεί μπροστά από κάποιον ή κάτι 2. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) το προκείμενων) α) (σχετικά με λόγο) το θέμα που βρίσκεται υπό συζήτηση («ελάτε στο προκείμενο») β) (λειτ.) ψαλμικός στίχος που προτάσσεται από έναν ψαλμό και… …   Dictionary of Greek

  • Αιθιοπία — Κράτος της ανατολικής Αφρικής.Συνορεύει στα Β και στα Δ με το Σουδάν, στα Ν με την Κένυα, στα ΝΑ με τη Σομαλία και στα ΒΑ με το Τζιμπουτί και την Ερυθραία.Μετά την απόσπαση της Ερυθραίας (1993), η Α. (αιθιοπ. Γιατγιόπια Μανγκουίστ) δεν έχει πλέον …   Dictionary of Greek

  • Οσίου Λουκά, μονή — Μοναστήρι στους δυτικούς πρόποδες του Ελικώνα, μεταξύ Βοιωτίας και Φωκίδας. Κατά τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο αποτελούσε περίφημο πνευματικό και μοναστικό κέντρο της Ελλάδας. Ιδρύθηκε από τον Όσιο Λουκά τον Στειριώτη (Καστρί,… …   Dictionary of Greek

  • Πεντέλη ή Πεντελικό — Βουνό της Αττικής, το δεύτερο σε ύψος (1.107 μ.) μετά την Πάρνηθα (1.410 μ.), στα ΒΔ του λεκανοπεδίου των Αθηνών, το οποίο και περικλείει μαζί με το Αιγάλεω, την Πάρνηθα και τον Υμηττό. Ουσιαστικό στοιχείο του απαράμιλλου αττικού τοπίου, η Π.… …   Dictionary of Greek

  • Πετράκης, Ανάργυρος — (19ος αι.). Γιατρός, πρώτος δήμαρχος Αθήνας. Καταγόταν από τη γνωστή οικογένεια ηγουμένων της ομώνυμης μονής, που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα από τη Δημητσάνα στα μέσα του 17ου αι. Πήρε μέρος στην Επανάσταση του 1821 και διετέλεσε δημογέροντας της… …   Dictionary of Greek

  • Σανκτ Γκάλεν — (Sankt Gallen = Άγιος Γάλλος, Saint Galles γαλλικά, San Gallo ιταλικά). Πόλη (73.191 κάτ.) της βόρειας Ελβετίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου καντονιού. Βρίσκεται σε μια ευρεία κοιλάδα ανάμεσα στα όρη Μπέρ νεγκ και Φρόϋντενμπεργκ στα Ν και Ρόζενμπεργκ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”